Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Τη νύχτα που οι φλόγες δάκρυσαν

Τη νύχτα που οι φλόγες δάκρυσαν, τ' αστέρια χάθηκαν κ η γη σείστηκε από τον πόνο. Οι άνθρωποι κρύφτηκαν τρομαγμένοι ζητώντας από τον Θεό να τους βοηθήσει. Μόνο ένα μικρό αγοράκι πλησίασε δίχως φόβο αλλά κ με άγνοια κινδύνου, θέλοντας απλώς να δει από κοντά αυτές τις αλλόκοτες φλόγες που δάκρυζαν. Είχε πλησιάσει αρκετά όταν αναπάντεχα οι φλόγες θέριεψαν κ μια φωνή ακούστηκε να λέει από μέσα: '' Μην πλησιάζεις άλλο. Τρέξε να σώσεις τη ζωή σου ''. Τότε το αγόρι πείσμωσε: '' Γιατί μια φωτιά που μιλάει κ δακρύζει να θέλει να με σκοτώσει;'' σκέφτηκε κ προχώρησε αγέρωχα. '' Δεν πάω πουθενά. Δεν θέλω να σου κάνω κακό άρα δεν έχεις λόγο να με σκοτώσεις. Άλλωστε, θέλω μόνο να σε ρωτήσω γιατί κλαις; δεν φοβάσαι μήπως τα δάκρυα που κυλάνε σε σβήσουν;''. Η φωτιά δεν μίλησε. Το αγόρι περίμενε κρατώντας την ανάσα ανάμεσα στα χείλη του, εμποδίζοντας τον αέρα να βγει προς τα έξω. Τα δάχτυλα του σφίχτηκαν κ ενώθηκαν προς τα μέσα σχηματίζοντας δύο μικρές μπουνιές. Το στομάχι του ζάρωσε κ τα πνευμόνια του φούσκωσαν θέλοντας να βγάλουν τον αέρα κ τα πρώτα ίχνη φόβου που είχαν εγκλωβιστεί μέσα του. Ήταν σίγουρο πως κάτι τρομερό θα συνέβαινε. Ποτέ όμως δεν φανταζόταν αυτό που ακολούθησε. Ξαφνικά η φωτιά θέριεψε, χωρίστηκε σε δεκατρείς πύρινες κολώνες κ αυτό που βγήκε από μέσα της ήταν αυτό που θα άλλαζε τη ζωή του μικρού αγοριού για πάντα. (συνεχίζεται)